Κορυφαιες πωλησεις

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ζώρας, Λεωνίδας

Ζώρας, Λεωνίδας

   Ο Λεωνίδας Ζώρας γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1905 και πέθανε στην Αθήνα το 1987. Ο πατέρας του Μιχαήλ ήταν από την Τήνο, δικηγόρος το επάγγελμα αλλά και θεατρικός συγγραφέας, ενώ η μητέρα του Άννα Μηλιάρη ήταν από τη Σμύρνη, με καταγωγή από την Κέρκυρα.
   Ο θάνατος του πατέρα όταν ο συνθέτης ήταν μόλις δύο χρονών υποχρέωσε τη μητέ...

Ζώρας, Λεωνίδας

   Ο Λεωνίδας Ζώρας γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1905 και πέθανε στην Αθήνα το 1987. Ο πατέρας του Μιχαήλ ήταν από την Τήνο, δικηγόρος το επάγγελμα αλλά και θεατρικός συγγραφέας, ενώ η μητέρα του Άννα Μηλιάρη ήταν από τη Σμύρνη, με καταγωγή από την Κέρκυρα.
   Ο θάνατος του πατέρα όταν ο συνθέτης ήταν μόλις δύο χρονών υποχρέωσε τη μητέρα του να εγκατασταθεί στην Αθήνα και τον Λεωνίδα να εργαστεί ήδη από την πρώιμη εφηβεία του.
   Το 1919 ξεκινά τις μουσικές του σπουδές στο βιολί στο Ωδείο Αθηνών με τον Μάριο Λομπιάνκο. Παρακολουθεί επίσης μαθήματα τραγουδιού με την Αργυρή Γκίνη και θεωρητικών με τον Μανώλη Καλομοίρη στο Εθνικό Ωδείο, ενώ την ίδια περίοδο παίρνει μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας από τους Αιμίλιο Ριάδη, Διονύσιο Λαυράγκα, Δημήτρη Μητρόπουλο και Iβάν Μπούτνικοφ.
   Η περίοδος 1921–1925 είναι μια περίοδος αμφιταλάντευσης ανάμεσα στη συγγραφή και τη σύνθεση. Με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Λίδας Ντόρας» δημοσιεύει πρωτόλειά του σε διάφορα περιοδικά, ενώ με τον ίδιο τρόπο υπογράφει και ορισμένα από τα πρώτα μουσικά του έργα. Αν και θα τον κερδίσει ξεκάθαρα η μουσική στο μέλλον, οι λογοτεχνικές του ικανότητες θα διοχετευτούν στη μετάφραση λιμπρέτων και η αγάπη του για την ποίηση θα τον οδηγήσει στη δημιουργία κύκλων τραγουδιών, που κατέχουν ξεχωριστή θέση στο έργο του.
   Το 1927 πραγματοποιείται η πρώτη δημόσια εκτέλεση έργων του (τραγούδια και οργανική μουσική), ενώ το 1928 αναλαμβάνει τη διδασκαλία και διεύθυνση της μικτής Χορωδίας του Εθνικού Ωδείου. Ταυτόχρονα, λόγω της αποτυχημένης εμφάνισής του στο ρόλο του Γιαννάκη στην όπερα Το δαχτυλίδι της μάνας του Μανώλη Καλομοίρη, εγκαταλείπει οριστικά το τραγούδι και αφοσιώνεται στη διεύθυνση και τη σύνθεση.
   Το 1931 πρωτοεκτελούνται έργα του για ορχήστρα, ο Ελληνικός χορός και το Νυχτιάτικο τραγούδι για σόλο βιολοντσέλο και μικρή ορχήστρα, ενώ την επόμενη χρονιά συνθέτει τη σκηνική μουσική για το βραβευμένο παιδικό θεατρικό έργο του Κωστή Βελμύρα Το παραμύθι της Βιολαντώς. Το 1932 παντρεύεται την Κρινώ Καλομοίρη με την οποία έζησαν μαζί έως το 1939.
   Το 1933 πραγματοποιεί ένα εξαιρετικό ντεμπούτο ως μαέστρος στο Δαχτυλίδι της μάνας, αναλαμβάνοντας έκτοτε τη διεύθυνση παραστάσεων του βραχύβιου Εθνικού Μελοδραματικού Ομίλου του Καλομοίρη σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Αίγυπτο (Η μάρτυς του Σπύρου Σαμάρα, Το στοιχειωμένο γεφύρι του Θεόφραστου Σακελλαρίδη κ.ά.).
   Το 1936 εκδίδονται από τον Μουσικό Εκδοτικό Οίκο Γαϊτάνου η σουίτα για πιάνο Τα παιδιάστικα και η συλλογή Σκίτσα για φωνή και πιάνο.
   Το 1938, έχοντας ολοκληρώσει στο Εθνικό Ωδείο τις σπουδές φούγκας, ενορχήστρωσης και διεύθυνσης με τον Καλομοίρη, εξασφαλίζει υποτροφία για την Ανώτατη Σχολή Μουσικής του Βερολίνου. Εκεί σπουδάζει διεύθυνση χορωδίας, συμφωνικής ορχήστρας και όπερας με τους Βάλτερ Γκμάιντλ και Φριτς Στάιν, και σύνθεση με τους Χέρμαν Γκράμπνερ, Πάουλ Χέφερ και Μπορίς Μπλάχερ. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τις δοκιμές των τριών θεάτρων όπερας του Βερολίνου καθώς και της Φιλαρμονικής υπό τους Furtwängler και Böhm και διευθύνει συμφωνικές συναυλίες με ελληνικά έργα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό του Βερολίνου (μεταξύ των οποίων και την πρώτη εκτέλεση του συμφωνικού ποιήματός του Θρύλος), αλλά και δύο έργα στη Λαϊκή Όπερα (Tο δαχτυλίδι της μάνας, Μαντάμα Μπατερφλάι). Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του επιστρέφει στην Ελλάδα και διορίζεται αρχιμουσικός στη Λυρική Σκηνή λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1941 παντρεύεται τη χορεύτρια και μετέπειτα χορογράφο της Λυρικής Τατιάνα Βαρούτη και εκλέγεται μέλος του ΔΣ της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών.
   Ως αρχιμουσικός ο Ζώρας ανέλαβε παγκόσμιες και ελληνικές πρώτες εκτελέσεις πολλών έργων: Στον Κάμπο του Ευγένιου Ντ΄ Αλμπέρ με τη Μαρία Κάλλας, Φιντέλιο του Μπετόβεν,Ο βοσκός και η νεράιδα του Δημήτριου Λεβίδη, Ο Ιπτάμενος Ολλανδός στην πρώτη παράσταση Βάγκνερ με Έλληνες ερμηνευτές, το συμφωνικό ποίημα Μηνάς ο Ρέμπελος, κουρσάρος στο Αιγαίο και το μουσικό παραμύθι Ανατολή του Καλομοίρη καθώς και τη μονόπρακτη όπερα Το απόγεμα της Αγάπης του Μάριου Βάρβογλη. Το όνομά του συνδέεται με αυτά μεγάλων λυρικών τραγουδιστών (Μαρία Κάλλας, Ελένη Νικολαΐδου, Κώστας Πασχάλης, Νίκος Μοσχονάς). Παράλληλα διευθύνει την ΚΟΑ και την ορχήστρα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, μεταφράζει λιμπρέτα και διδάσκει Ανώτερα Θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο.
   Αφοσιωμένος για χρόνια στη διεύθυνση, ολοκληρώνει μόλις το 1947 δύο νέα συμφωνικά έργα, τη σουίτα Στους αγρούς και τη Συμφωνία αρ. 1. Το 1948 συνθέτει δύο κύκλους τραγουδιών, τις Τρεις μικρές μελωδίες και Τα νοσταλγικά ενώ το 1950 κάνουν την εμφάνισή τους η Σονάτα για πιάνο και βιολί, το Κοντσερτίνο για βιολί και 11 ξύλινα πνευστά και τα Ακαριαία, κύκλος τραγουδιών πάνω σε χαϊκού του Γιώργου Σεφέρη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με όχημα τη φωνητική μουσική, ο Ζώρας πραγματοποιεί αισθητική στροφή από τη σφαίρα επιρροής της εθνικής σχολής, στην οποία ανήκουν τα έργα της πρώτης συνθετικής περιόδου, σε ένα πιο προσωπικό ιδίωμα, ελεύθερα ατονικό: με εξαίρεση τη Σονάτα για πιάνο (1956), τα πιο σημαντικά έργα της περιόδου είναι οι κύκλοι τραγουδιών για φωνή και πιάνο Η Προσφορά σε ποίηση Γ. Θ. Βαφόπουλου (1952), Η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά σε στίχους Σεφέρη (1956), Νηπενθή και Σάτιρες σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη (1959) και τα Πέντε τραγούδια για γυναικεία χορωδία α καπέλα από τα «Δώρα της Αγάπης» του Γιώργου Καραπάνου (1957). Παράλληλα, το 1957 πραγματοποιεί με εξαιρετική επιτυχία περιοδεία στη Γερμανία, διευθύνοντας στην Κρατική Όπερα της Δρέσδης, στη Γερμανική Όπερα του Βερολίνου, στην Όπερα της Λειψίας και την Ορχήστρα Γκεβάντχαους.
   Το 1958, διαφωνεί με τη διοίκηση του Λυρικής και μετεγκαθίσταται στο Βερολίνο. Εκεί αναπτύσσει αξιόλογη ερμηνευτική δράση (στο ραδιοσταθμό RIAS, την Όπερα του Ντόρτμουντ κ.ά.) και ταυτόχρονα αφοσιώνεται στη σύνθεση, ολοκληρώνοντας τον κύκλο τραγουδιών Δεκατέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη (1960), τα Τραγούδια της μικρής Ελένης σε ποίηση Μαρίνας Κρασσά – Ζώρα (1961), γυναίκας του από το 1953, και τη Σονατίνα για τσέμπαλο ή πιάνο (1961).
   Το 1968 επιστρέφει στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Εθνικού Ωδείου Αθηνών και παντρεύεται τη Μπριγκίτε Κόσσοβ (1972). Έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του η συνθετική του δραστηριότητά περιορίζεται σημαντικά: γράφει ένα μικρό έργο για τούμπα, λίγα χορωδιακά τραγούδια και την ενορχήστρωση της σουίτας Τα παιδιάστικα. Διευθύνει περιστασιακά την ΕΛΣ, την ΚΟΑ, την ΚΟΘ και συχνότερα τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Διατελεί πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Συνθετών, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ραδιοφωνίας, της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού Γκραν Πρι Μαρία Κάλλας, του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Φεστιβάλ Αθηνών και της Καλλιτεχνικής Επιτροπής της ΕΛΣ.

 

Σοφία Κοντώση

Περισσότερα

Ζώρας, Λεωνίδας  Υπάρχει 1 προϊόν